ἐρυσάρματες

ἐρῠσάρμᾰτες, acc. -ᾰτας, nom. and acc. pl., with no sg. in use,
A chariot-drawing,

ἵπποι Il.15.354

, 16.370, Hes.Sc.369.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερυσάρματες — ἐρυσάρματες, οἱ (Α) αυτοί που σύρουν το άρμα («ἐρυσάρματες ἵπποι», Ομ. Ιλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < ερύω (I) (πρβλ. ερύα ω, είρυσ α) + άρμα, ατός] …   Dictionary of Greek

  • ἐρυσάρματες — chariot drawing masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρυσάρματας — ἐρυσάρματες chariot drawing masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερύω — (I) ἐρύω, ιων. τ. εἰρύω, δωρ. τ. Fερύω (Α) 1. τραβώ, σύρω στο έδαφος, γενικά με την έννοια τής ορμής και σφοδρότητας («νῆα ἐρύσσομεν ἤπειρόνδε» θα σύρουμε το πλοίο στην ξηρά, Ομ. Οδ.) 2. σύρω κάποιον διά τής βίας («ἐρυσαν τέ μιν εἴσω κουρίξ» τόν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.